Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Τίτος Αθανασιάδης: Ολυμπισμός και Εκεχειρία

Έχουν χυθεί τόνοι μελάνης και έχουν γραφεί εκατομμύρια σελίδες για τις πολιτικές ιδεολογίες που επινόησε ο ανθρώπινος νους, ενώ έχουν διεξαχθεί φονικότατοι πόλεμοι με εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα για την επικράτηση του ενός ή του άλλου πολιτικού συστήματος, της μιας ή της άλλης ιδεολογίας. Και όμως οι λαοί δεν συμφώνησαν στην αποκλειστική καθιέρωση μιάς από αυτές.
Το ίδιο συνέβη και με την πίστη του Ανθρώπου προς το θείο. Διαμορφώθηκαν θρησκείες και θυσιάστηκαν
γι’ αυτές εκατοντάδες, επίσης, εκατομμύρια πιστών τους, θύματα μεταξύ τους πολέμων ή διωγμών, για την επικράτηση της μιας ή της άλλης. Αλλά και στο ζήτημα της θρησκείας οι λαοί δεν συμφώνησαν.
Με δεδομένο ότι όσο υπάρχουν Άνθρωποι, θα υφίστανται και διαφορετικές απόψεις για τις ιδεολογίες, τα πολιτικά συστήματα και τις θρησκείες είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να κυριαρχήσει κάποια ή κάποιο εξ αυτών.
Το μόνο ιδεώδες στο οποίο έχουν συμφωνήσει οι Άνθρωποι ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος και θρησκείας είναι αυτό του Ολυμπισμού,  την κοιτίδα του οποίου, Ολυμπία, θεωρούν ως ιερή γη, όπως ακριβώς έπρατταν και οι αρχαίοι Έλληνες.
Με άλλα λόγια, το ολυμπιακό ιδεώδες έχει επιτύχει να ενώσει την Ανθρωπότητα πέριξ του Αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων, επεκτείνοντας έτσι την αρχική ιδέα των προγόνων μας που ήταν η συμφιλίωση και ένωση των Ελλήνων, δεδομένης της μεταξύ  τους διαπάλης που έφθανε μέχρι του σημείου των πολεμικών τους συγκρούσεων.
Η αγάπη των προγόνων μας προς τον Αθλητισμό και τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν οφείλονταν μόνο στην πολιτιστική σημασία των εκδηλώσεων αυτών που διεξάγονταν παράλληλα με μουσικούς και ποιητικούς αγώνες, αλλά και στον εθνικό και πολιτικό χαρακτήρα τους που συνίστατο στην μέσω αυτών επιδίωξη της ενότητας των Ελλήνων.
Ο ύψιστος αυτός σκοπός επιδιωκόταν, μεταξύ άλλων, και με τον τερματισμό των πολεμικών συγκρούσεων για ένα έως τρεις μήνες, προκειμένου οι αθλητές και οι θεατές των αγώνων να μπορέσουν να μεταβούν από την πατρίδα τους, από οποιαδήποτε πόλη της Ελλάδας της εποχής εκείνης, στην Ολυμπία. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής που αποκαλούνταν ιερομηνία, οι απανταχού Έλληνες απολάμβαναν τα αγαθά της ειρήνης και κατανοούσαν την ανάγκη συμφιλίωσής τους.
Η συμφωνία για την αναστολή των πολεμικών συγκρούσεων, προκειμένου να διεξαχθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες έμεινε γνωστή ως Εκεχειρία. Πρόκειται για σύνθετη λέξη από το ρήμα «έχω» πού σήμαινε «κατέχω», «κρατώ» και το ουσιαστικό «χείρα». «Κρατώ, δηλαδή, τα χέρια μου μακράν των όπλων. Ή κρατώ στα χέρια μου την ειρήνη», σε ελεύθερη απόδοση.
Γι’ αυτό και οι προσερχόμενοι με όπλα στην Ολυμπία τα άφηναν πριν φθάσουν σ’ αυτήν σε κάποια οπλαποθήκη, από την οποία τα παραλάμβαναν κατά την αναχώρησή τους.
Δεδομένου ότι κάθε τι που συνδεόταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν ιερό, ιερή και συνεπώς απόλυτα σεβαστή ήταν και η εκεχειρία.
Στα 1170 χρόνια τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων, η Εκεχειρία παραβιάστηκε μία μόνο φορά, το 420 π.Χ. από τη Σπάρτη που εισέβαλε στην Ηλεία για να την τιμωρήσει επειδή αποχώρησε από τον συνασπισμό της και προσχώρησε στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Για την παρασπονδία της αυτή η Σπάρτη τιμωρήθηκε αποκλεισθείσα από τους αγώνες για ένα διάστημα χρόνου.
Η Εκεχειρία ήταν σπουδαίο γεγονός, όχι μόνο γιατί σταματούσαν οι πόλεμοι επί δύο έως τρεις μήνες κάθε τέταρτο καλοκαίρι και κατά συνέπεια αποφεύγονταν ο φόνος πολλών Ελλήνων από άλλους Έλληνες, αλλά και γιατί παρέχονταν, σε όσους συγκεντρώνονταν στην Ολυμπία από όλα τα μέρη της κυρώς Ελλάδας και από την Κάτω Ιταλία, τη Σικελία, την Ιωνία, την Αιολία και από παντού όπου υπήρχαν Έλληνες, η ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους και να διαπιστώσουν ότι ήταν ίδιος λαός, με την ίδια γλώσσα, τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια θρησκεία, τα ίδια συμφέροντα και τις ίδιες απειλές από το εξωτερικό.
Όφειλαν συνεπώς να σταματήσουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις και να ενωθούν. Οι εκάστοτε εκεχειρίες και η ειρήνη που τις συνόδευε αποτελούσαν σαφή ένδειξη του τι θα κέρδιζαν όλες οι ελληνικές πόλεις και όλοι οι Έλληνες από τη μονιμοποίηση των ειρηνικών συνθηκών.
Δεν είναι τυχαίο ότι ενός από τους μεγαλύτερους ρήτορες και φιλοσόφους της αρχαιότητας, ο Γοργίας, μετέβη επανειλημμένως στην Ολυμπία, κατά τη διάρκεια Ολυμπιακών Αγώνων, για να εκφωνήσει πύρινους λόγους κατά της διχόνοιας των Ελλήνων και να τους καλέσει να είναι ενωμένοι εναντίον των ξένων εισβολέων, τονίζοντας:
«Τα μεν κατά βαρβάρων τρόπαια ύμνους απαιτεί,
Τα δε κατά Ελλήνων θρήνους»
που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει, ότι «οι νίκες κατά των βαρβάρων (των ξένων) πρέπει να επισύρουν ύμνους, ενώ οι νίκες Ελλήνων (κατά Ελλήνων) μόνο θρήνους μπορούν να προκαλέσουν».
Άλλοτε πάλι, ο Γοργίας συμβούλευε πολίτες και πολιτικούς όλων των πόλεων της Ελλάδος να ομονοήσουν («στασιάζουσαν την Ελλάδα ορών Γοργίας, ομονοίας ξύμβουλος εγένετο»).
Με δύο εξέχοντες λόγους του ο Γοργίας ετίμησε και το θεσμό των Ολυμπιακών Αγώνων και τους κατοίκους της Ηλείας για τον σεβασμό που επεδείκνυαν προς αυτούς και προς τους Ολυμπιονίκες.
Είναι φημισμένοι οι λόγοι του Γοργία «Ολυμπικός» και «Εγκώμιον εις Ηλείους».
Στον δρόμο της καθιέρωσης της ειρήνης και της ενότητας των Ελλήνων που χάραξε ο Γοργίας βάδισε και άλλος μεγάλος ρήτορας της αρχαιότητας, ο Λυσίας, με το δικό του «Ολυμπιακό» λόγο που εκφώνησε κατά πάσα πιθανότητα το 388 π.Χ. στην Ολυμπία.
Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τον Ισοκράτη, μαθητή του Γοργία, ο οποίος εκτός από το υπέρ της ειρήνης και της ενότητας κήρυγμά του («ομόνοια» ονόμαζε την πολιτική και στρατιωτική σύμπραξη των Ελλήνων) προέβη και σε διπλωματικές και πολιτικές ενέργειες για να τις επιτύχει.
Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι ο Θεμιστοκλής, αυτός ο οποίος σε μια φάση του αγώνα κατά των Περσών επέτυχε την ενότητα των Ελλήνων, χάρις στην οποία οι Έλληνες ενίκησαν τους βαρβάρους, μετά τη Σαλαμίνα μετέβη στην Ολυμπία, το 476 π.Χ., όχι για να δρέψει τα χειροκροτήματα και τον θαυμασμό των θεατών από όλη την Ελλάδα, αλλά για να τους τονίσει ότι ο θρίαμβος των Ελλήνων οφείλονταν στην απόφασή τους να ενώσουν τις δυνάμεις τους και ότι για να εξασφαλίσει ο ίδιος την ενότητα αυτή έδωσε την αρχηγία του στόλου στον ναύαρχο Ευρυβιάδη της Σπάρτης, μολονότι οι Αθηναίοι είχαν πολύ ισχυρότερο και μεγαλύτερο ναυτικό. Κατά συνέπεια η ένωση των Ελλήνων ήταν αναγκαία για το μέλλον τους και το μέλλον της Ελλάδας.
Αλλά και αυτός ο νικητής του Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης, ο οποίος έτρεψε σε φυγή την πολεμική αρμάδα του Δάτι και του Αρταφέρνη, το 490 π.Χ.,  έστειλε αφιέρωμα στην Ολυμπία το κράνος του, πάνω στο οποίο χάραξε το όνομά του. Το αφιέρωσε στην Ολυμπία και όχι στην προστάτιδα της πόλης του θεά, την Αθηνά, διότι στην Ολυμπία συγκεντρώνονταν χιλιάδες Έλληνες από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου με την ελπίδα της παγίωσης της ειρήνης και της επίτευξης της πολιτικής τους ενότητας για την επιτυχή αντιμετώπιση των εχθρών τους και την εξασφάλιση της προόδου και ευημερίας τους.
Στην Ολυμπία προσήλθε το 496 π.Χ. και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Α΄ για να συμμετάσχει στην 71η Ολυμπιάδα και που για να το επιτύχει έπρεπε να αποδείξει ότι είναι Έλληνας. Κατέθεσε γι’ αυτό τα επιχειρήματά του στην Ελλανόδικο Επιτροπή, η οποία αποδέχθηκε την ορθότητά τους και από τότε Μακεδόνες αθλητές, μεταξύ των οποίων και βασιλείς, όπως ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππος Β΄ και ο Αρχέλαος του Περδίκκα μετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Ο Φίλιππος Β΄, μάλιστα, μετέσχε σε τρεις Ολυμπιάδες και κέρδισε ισάριθμες νίκες στο τέθριππο. Ενώ σε ανάμνηση των νικών του ανήγειρε στην Ολυμπία το «Φιλιππείον», η περάτωση του οποίου πραγματοποιήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο, ηγέτη του ελληνικού στρατού κατά την εκστρατεία του στην Ασία, στο πλαίσιο της ενότητας ολοκλήρου του Ελληνικού Έθνους («πλην Λακεδαιμονίων») για την κατανίκηση των Περσών.
Αλλά και πολιτικοί ηγέτες από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία όπως ο Γέλων, ο Θήρων και ο Ιέρων και ο Αρκεσίλαος Δ΄, βασιλιάς της Κυρήνης, μετείχαν σε Ολυμπιακούς Αγώνες της εποχής τους όχι για να δρέψουν φήμη και δόξα, αλλά για να τονίσουν την ελληνικότητα των πόλεών τους, διότι μόνο Έλληνες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Υπήρξε τέτοια η επιρροή των Ολυμπιακών Αγώνων στη γνωστή Ανθρωπότητα της αρχαιότητας, ώστε ακόμη και επί Ρώμης, αυτοκράτορές της να σπεύδουν να μετάσχουν σ’ αυτούς, ισχυριζόμενοι ενώπιον της Ελλανοδίκου Επιτροπής, στην Ολυμπία, ότι έχουν ρίζα ελληνική και ότι κατά συνέπεια κατάγονται από Έλληνες. Αυτό για να τους επιτραπεί η συμμετοχή στους Αγώνες.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες απετέλεσαν έτσι ένα από τα πολιτιστικά εκείνα μέσα, πέραν της Ελληνικής Γραμματείας και της Ελληνικής Τέχνης, με τα οποία οι κατακτηθέντες από τους Ρωμαίους Έλληνες κατέκτησαν τελικά τους κατακτητές τους, για να επιβεβαιωθεί η σχετική ρήση του Οράτιου.
Πέραν αυτών όμως, η Ολυμπία υπήρξε άμβωνας ευαγγελισμού της συμφιλίωσης και ενότητας των Ελλήνων, αλλά και στάδιο ανάδειξης αρετών, όπως το «ευ αγωνίζεσθαι» και της επιβράβευσης του νικητή με «κότινον» ελαίας και όχι με χρήματα.
Όταν τον Αύγουστο του 480 π.Χ. ο Ξέρξης, κατά την κάθοδό του στη Ελλάδα είδε τους Έλληνες να σπεύδουν προς νότο και πληροφορήθηκε από τον Δημάρατο ότι κατευθύνονταν στην Ολυμπία για να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες εξεπλάγη για την περιφρόνησή τους προς την απειλή που ο ίδιος αντιπροσώπευε γι’ αυτούς.
Και όταν μερικούς μήνες αργότερα ο Μαρδόνιος, γαμπρός του Ξέρξη, που παρέμεινε στην Ελλάδα για να δώσει την ύστατη μάχη στις Πλαταιές, είπε στους συνεργάτες του ότι οι Έλληνες δεν αγωνίζονται για τα χρήματα αλλά για ένα κλάδο ελαίας, ένας από αυτούς, απευθυνόμενος στον Πέρση αρχιστράτηγο παρατήρησε:
«Βαβαί Μαρδόνιε, ποίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους٠οι τον αγώνα ποιούνται ου περί χρημάτων, αλλά περί αρετής».
«Αλοίμονό μας Μαρδόνιε, εναντίον ποίων ανδρών μας έφερες να πολεμήσουμε. Αυτοί αγωνίζονται όχι για χρήματα, αλλά για την αρετή».
Η αρετή αυτή για την οποία αγωνίζονταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι είναι προφανές ότι διακατέχει και τους οργανωτές της αποψινής συνεδρίας, που σκοπό έχει την αναβίωση ορισμένων τελετών που πραγματοποιούνταν στην αρχαία Ολυμπία κατά την πραγματοποίηση σ’ αυτήν των Ολυμπιακών Αγώνων.
Τους εύχομαι, εκ βάθους καρδίας, καλή επιτυχία στο έργο τους, που για να τελεσφορήσει απαιτείται η συμπαράσταση όλων μας.