Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Δρ. φ. Φώτης Χρήστου: Άποψη για την όψη της νέας Ολυμπιακής εκεχειρίας

Ομιλία του Φώτη Χρήστου (Διδάκτορα  Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, πτυχιούχος Φιλολογίας, Θεολογίας, Πολιτικών Επιστημών και Παιδαγωγικού) στην εκδήλωση για "Το Μονοπάτι της Εκεχειρίας", στην Αρχαία Ολυμπία, με θέμα την όψη της νέας Ολυμπιακής Εκεχειρίας:

Στην ανθρώπινη φύση συγκαταλέγεται το χάος αλλά και ο ανατολικός ορίζοντας με τις ολοφώτεινες ευθύγραμμες
προεκτάσεις που διαπερνούν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και διευθετούν το χάος. Έτσι η ανθρώπινη μοίρα ανάγεται σε προσωπικό ζήτημα της ύπαρξης από την απόφαση της οποίας εξαρτάται η ποιότητα της ζωής. Πρόκειται για ένα δίλημμα το οποίο ιστορικά αιωρείται και μετεωρίζει τον άνθρωπο σε όλο το πλάτος του υπαρξιακού εκκρεμούς που εκτείνεται από τη δυστυχία του έως την ευτυχία του. Στο διάστημα αυτό, που ορίζεται από τα ακραία σημεία της ανθρώπινης δυνατότητας και αδυναμίας, γράφεται η μικρή και η μεγάλη ανθρώπινη ιστορία, η οποία αποτυπώνει το ανθρώπινο μεγαλείο αλλά και αποκαλύπτει πάντα το εφιαλτικό πρόσωπο του ατόμου και του συνόλου. Εμφανίζεται ακόμη κατά την ιστορική του πορεία στον άνθρωπο θύτη και θύμα και η δυνατότητά του να υπερβαίνει τον εαυτό του, πρόθεση που τον ανάγει σε πολιτισμικό πρόσωπο.
Τότε προκύπτουν ατομικές και ομαδικές εκδηλώσεις αυτοθυσίας, σκέψεις μεγαλοψυχίας, ανθρώπινα συναισθήματα και συνειδησιακοί κραδασμοί που συντονίζουν και συνενώνουν την ατομική του ψυχή με το ομαδικό ασυνείδητο.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και η εκεχειρία η οποία με την ολυμπιακή της διάσταση συνιστά αντίδραση δράσης και αποχής σε κάθε εκδήλωση που εμπεριέχει επιθετικό χαρακτήρα. Είναι μια ύψιστη πράξη ηθικής την οποία διαμορφώνει το πνεύμα φιλαλληλίας και ένας ανεπηρέαστος από τα κατώτερα ένστικτα εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου ο οποίος απελευθερωμένος από τον εαυτό του επιζητά την ελευθερία της ανάτασης και την καθαρή συγκίνηση του ανθρωπισμού. Είναι θα
λέγαμε αυτή η εκεχειρία μια διαρκής αγωνία του ανθρώπου για το καλύτερο που στηρίζεται στα βαθύτερα αθάνατα στοιχεία της ύπαρξης, πηγάζει από την εσωτερική του ισορροπία και απορρέει από την άτυπη συμφωνία ειρήνης του ανθρώπου με τον άδηλο κόσμο του. Και είναι τούτο λογικό επακόλουθο της ψυχικής ευταξίας του ανθρώπου και της αρμονίας του γιατί πάντοτε προσφέρεται από το άτομο μέρος του περιεχομένου που κατέχει.

Από τη στενή σχέση της εκεχειρίας με την ανθρώπινη ψυχή αποκαλύπτεται πως η εκδήλωση αυτή βεβαίως ακολουθεί την ιστορική εξέλιξη της ψυχής και παρακολουθεί την ακμή και την πτώση της. Πράγματι η εκεχειρία ως «κράτημα χεριών» εμφανίζεται από τη γεωμετρική εποχή και πιο συγκεκριμένα υλοποιείται τον 9ο π.Χ. αιώνα με τη μορφή της ιερής συμφωνίας στην οποία η επικύρωση με την εγγύηση του Διός γίνεται με σπονδές από τους σπονδοφόρους. Βρίσκεται τότε ο
άνθρωπος στην απαρχή του ανθρωπιστικού ελληνικού πολιτισμού στον οποίο μαζί με το επικό ιδεώδες αποκτούν περιεχόμενο και οι υψηλές ιδέες της ειρήνης, του ασύλου, του ευγενούς ανταγωνισμού και της εξύψωσης του ανθρώπου με την άσκηση και τον έντιμο συναγωνισμό. Η επικύρωση αυτή και η αρχή για τη σηματοδότηση της νέας αυγής του ελληνικού πολιτισμού είναι σε αυτή την περίοδο τυπική υπόθεση εφαρμογής των ιδανικών της επικής εποχής, την οποία με τη μορφή της εκεχειρίας αναλαμβάνουν ο βασιλιάς της Ηλίδας Ίφιτος, της Πίσας Κλεισθένης και της Σπάρτης
Λυκούργος να συνομολογήσουν όπως απαιτεί η ανάγκη της ειρήνης και να την εφαρμόσουν κατά την περίοδο των ολυμπιακών αγώνων σύμφωνα με τον ορειχάλκινο δίσκο της Ολυμπίας.

Προϊόν αυτής της εκεχειρίας είναι η παύση όλων των εχθροπραξιών επτάvημέρες πριν την έναρξη των αγώνων και επτά ημέρες μετά το πέρας τους, που αναγγέλλεται με σπονδές σε όλες τις ελληνικές πόλεις από απεσταλμένους που έφεραν δάφνινο στεφάνι και κηρύκειο. Η τήρηση αυτής της ειρήνης, όπως δείχνει η ιστορία, ήταν καθολική και μόνο δύο φορές παραβιάστηκε, το 420 π.Χ από τη
Σπάρτη η οποία τιμωρείται με πρόστιμο 2.000 μνων και το 362 π.Χ. από τους Ηλείους οι οποίοι πολέμησαν τους Πίσατες στον ίδιο χώρο του Ιερού. Έκτοτε η ιερή εκεχειρία ενυπήρχε ως αναπόσπαστο μέρος αλλά και ως ύψιστος σκοπός των ολυμπιακών αγώνων μέχρι την κατάργησή τους το 393 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο.

Η αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων το 1896 δε συνοδεύτηκε δυστυχώς και από την αναβίωση του θεσμού της ολυμπιακής εκεχειρίας ούτε συνέβαλε στην ανάπτυξη σοβαρού κινήματος εκεχειρίας. Εξαίρεση αποτελεί η απόφαση της ΔΟΕ για ανάλογη ολυμπιακή ειρήνη στα Βαλκάνια το 1992 ώστε οι αθλητές της Γιουγκοσλαβίας να συμμετάσχουν στην 23η Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης και το
ψήφισμα που κατέθεσε η Ελλάδα στις 3 Νοεμβρίου 2003 με το οποίο συμφώνησαν και συγκηδεμόνευσαν 190 κράτη μέλη του ΟΗΕ για 16 ημέρες ειρήνης στους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 2004. Αμελητέες ασφαλώς δεν ήταν και οι πρωτοβουλίες για εκεχειρία το 1994, 1998 και το 2.000 στους χειμερινούς ολυμπιακούς αγώνες. Προϊόντος του χρόνου ευτυχώς κατανοείται όλο και περισσότερο η σημασία της ολυμπιακής εκεχειρίας, γι’ αυτό η ΔΟΕ ίδρυσε διεθνές
ίδρυμα ολυμπιακής εκεχειρίας και διεθνές κέντρο ολυμπιακής εκεχειρίας το οποίο συνιστά διεθνή μη κυβερνητικό οργανισμό με έδρα την αρχαία Ολυμπία και γραφείο στην Αθήνα και του οποίου πρόεδρος είναι ο πρόεδρος της ΔΟΕ Ζακ Ρογκ και αντιπρόεδροι η Φάνη Πάλη Πετραλιά και ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Εκτός βεβαίως από τα μεγάλα εγχειρήματα για την επαναλειτουργία του θεσμού καταβάλλονται και επιμέρους ευτυχώς φιλότιμες προσπάθειες από άτομα και από  ομάδες στις οποίες συγκαταλέγεται και η εθελοντική δράση «Το μονοπάτι της εκεχειρίας» η οποία λόγω των καθαρών φιλειρηνικών διαθέσεων και του αυθόρμητου χαρακτήρα της επιτρέπει την εμπέδωση της συνείδησης για την ειρήνη με ένανυποδειγματικό τρόπο σε μια άμεση κοινωνία που έχει ιστορική ευθύνη και πηγαίες
προσλαμβάνουσες εμπειρίες από τον ιερό χώρο της Ολυμπίας.

Αυτός είναι, θα λέγαμε, ο λόγος για τον οποίο επιβάλλεται να υποστηρίζει κανείς πως κάθε χρέος όπως και αυτό της ειρήνης δεν εμπίπτει στις κουραστικές αοριστίες που μας έχει συνηθίσει η εποχή αλλά ανήκει σε βιώματα που αποτυπώνουν την ατομική ζωή. Έτσι το καθόλου χωρά στο επιμέρους και η πανανθρώπινη ψυχή αναπαύεται με τον καλό λόγο του πιο απλού ανθρώπου που κάνει πράξη τις μεγάλες ιδέες με χειρονομίες οι οποίες είναι ανάλογες με το ανάστημά του. Με αυτόν τον
τρόπο δικαιολογείται και το παράδοξο της αθανασίας της διαχρονικότητας και της αντοχής των ιδεών που επιτυγχάνεται μόνο μέσα σε έναν κόσμο εφήμερο, ο οποίος πραγματώνει την ειρήνη στο διάστημα της διάρκειας μιας μόνο ημέρας ή όσο χρόνο διαρκεί μια ζωή.

Ως εκ τούτου καμιά εκεχειρία δεν είναι εφικτή εάν δεν αποτελεί πίστη και πράξη και υπαρξιακή ιδεολογία της καθημερινής ανθρώπινης επιβίωσης γιατί η σύλληψη της ειρήνης στον αποστειρωμένο χώρο ενός οργανισμού δεν της επιτρέπει να πάσχει από τη σχετικότητα του μικρού ανθρώπου, που της δίνει τελικά τη δυνατότητα να την προσαρμόζει στα μέτρα του και να την καθιστά ταπεινή περιβολή του. Η σύστοιχη με το περιεχόμενο της εκεχειρίας ερμηνεία δηλαδή μεταθέτει και
όλη την οργάνωση, τον προγραμματισμό, τα μέσα και τη στόχευση του ιερού σκοπού αυτής της αξίας και υποχρέωσης μαζί από μεγαλόπνοα προγράμματα μεγάλων οργανισμών σε εθιμικού χαρακτήρα άμεση αγωγή που λαμβάνει χώρα στον αγνό μικρόκοσμο της ανθρωπότητας. Και είναι αυτή η αλλαγή αναγκαία ανατροπή γιατί οι μεγάλες ιδέες όπως και τα μεγάλα σφάλματα σύμφωνα με την υπαρξιακή αριθμητική παράγονται από την πρόσθεση των επιμέρους σκέψεων, ελλείψεων και λαθών
αντίστοιχα όπως τούτο συμβαίνει και αντίστροφα. Είναι όμως ευκολότερο να επέμβει κανείς στο μέρος για να διορθώσει το όλον και να λύσει προβλήματα που προκύπτουν σε θέματα τα οποία δεν έχουν λάβει ακόμη μεγάλες διαστάσεις. Αυτό σημαίνει πως ο αγώνας για την εκεχειρία κερδίζεται στη μικρή συνοικία, στην οποία τελικά υπογράφεται και η συμφωνία για τη διεθνή ειρήνευση της ανθρωπότητας. Συνεπώς η πάλη για την ειρήνευση που είναι υπόθεση όλων μας αποτυγχάνει όταν δε συναινούν για αυτήν την ειρήνη όσοι την απολαμβάνουν στον μικρόκοσμό τους και δε
μεταβάλλουν τη ζωή τους από μια εφήμερη περίοδο ειρήνης σε μιαν άλλη με διαχρονικό χαρακτήρα εκεχειρία.

Έτσι μεταλλάσσεται εκτός των άλλων και ο σκοπός αυτής της προσπάθειας για αποφυγή κάθε επιθετικής σύρραξης μεταξύ των ανθρώπων σε ευκαιρία ανασύνταξης των ανθρώπινων δυνάμεων και σε δυνατότητα μετουσίωσής τους από απάνθρωπα μέσα σε γονιμοποιό ενέργεια που μπορεί να ημερεύσει τη ζωή. Πράγματι κάθε εκεχειρία, την οποία έχει ανάγκη ο άνθρωπος και η κοινωνία, δεν αποτρέπει μόνο την αρνητική πράξη της που έχει καταστρεπτική προοπτική στον άνθρωπο αλλά
βοηθά στην ανάπτυξη μιας βούλησης που υπαγορεύεται από την ανάγκη για ζωή και εμπεδώνεται με κάθε αγαθή πρακτική προσανατολισμένη στην ανάπτυξη του ηθικού πολιτισμού, αφιερωμένη στην ευθύνη για την επιστήμη, εξειδικευμένη στην προστασία της φύσης και τελικά κατάλληλη για τη διάσωση του ατόμου από τη βαρβαρότητα κάθε πολέμου που εκδηλώνεται διαχρονικά μέσα του και στον κόσμο που το περιβάλλει.

Ο λόγος για τη μικρή εκεχειρία από την οποία θα προκύψει η μεγάλη και η οποία δύναται πέρα από την επιμέρους αποστολή της που εστιάζεται στη διαχείριση της άμεσης, απτής, επώνυμης και προσωπικής συλλογικής ζωής να υπαγορεύσει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υπάρξει μια ιδέα. Αυτή η επιμέρους εκεχειρία αποδεικνύεται ικανή να την προστατεύσει από την αφαίρεσή της, να της προσδώσει υπαρξιακά χαρακτηριστικά και να της εμβάλλει συναίσθημα και ψυχή ώστε να
διαθέτει κάθε μικρή και μεγάλη εκεχειρία την αναγκαία ειλικρίνεια της ζωής που έχει ανάγκη κάθε ιδεολογία. Κυρίως η μικρή εκεχειρία, που με τόσο ωραίο τρόπο αποτυπώνεται στο «Μονοπάτι της εκεχειρίας», έχει συγκεκριμένη αισθητική, δικαιολογεί την παρουσία της ως τρόπο ζωής και ενεργοποιεί τη φαντασία που οραματίζεται και άλλες μεγαλύτερες εκεχειρίες οι οποίες υπερβαίνουν ευτυχώς τον τόπο και δημιουργικά αλλά και δικαιολογημένα διαστέλλουν στα πραγματικά όρια
του ανθρώπου την αγάπη του για τις ιδέες και πιο συγκεκριμένα την προσήλωσή του στην παγκόσμια ειρήνη. Οπωσδήποτε η μικρή εκεχειρία, που βιώνεται ως δρόμος για την ειρήνη, προσδίδει σε αυτό το ιδεώδες και τη δυναμική που έχει ανάγκη κάθε ιδεολογία η οποία με την αγωνιστική επεξεργασία της εμπλουτίζει το περιεχόμενό της, προσαρμόζεται στις καταστάσεις, υπηρετεί τη ζωή και το κυριότερο τη διασώζει από κάθε μνημειακή αποστέωσή της.

Σε πρακτικό επίσης επίπεδο η μικρή εκεχειρία μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί ως δίκαια μεταχείριση του συνανθρώπου, ως αποφυγή κάθε αθέμιτου και αντικοινωνικού ανταγωνισμού στις καθημερινές συναλλαγές μας, ως χρήση του διαλόγου που εξομαλύνει τις διαφορές μας και ως μέσο για την εξανθρωπιστική εκπαίδευση του επιμέρους ανθρώπου πριν εκείνος αναλάβει τη μεγάλη αποστολή να
διασώσει την παγκόσμια ειρήνη. Η μικρή εκεχειρία μας δηλαδή είναι σύμφωνη με το ανθρώπινο μέτρο, την έκταση του τόπου μας και διέπεται από τους κανόνες που ρυθμίζουν την παγκόσμια τάξη και την ευταξία του διαχρονικού ανθρώπου. Συνεπώς η μικρή εκεχειρία είναι μια μικρή και ταυτόχρονα μεγάλη πράξη ειρήνης, οι αναγκαίες διατυπώσεις για την εισαγωγή σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και η πιο υπεύθυνη και αποτελεσματική πρακτική ώστε με τις μικρές ανθρώπινες δυνάμεις
κάθε άνθρωπος να αναλαμβάνει τις μεγάλες ευθύνες της εποχής και το χρέος του διαχρονικού ανθρώπου.

Επειδή η γνώση πάντοτε και η συνείδηση μιας πραγματικότητας συνιστά τον πιο ασφαλή τρόπο να επιλύει κανείς προβλήματα χρειάζεται πριν από κάθε απόφαση και σχεδιασμό των πράξεων για τη διαχείρισή τους η γνώση τους. Η ανάγκη αυτή διέπει και το θέμα της εκεχειρίας η υπηρεσία της οποίας επιβάλλει τη συνείδηση του νέου περιεχομένου της και την προσαρμογή του στον τρόπο υλοποίησης που αυτός ο παράγοντας υπαγορεύει. Αυτό σημαίνει πως περισσότερο από κάθε άλλη φορά σήμερα απαιτείται ο συγκεκριμένος προσανατολισμός του ανθρώπου σε θέματα ειρήνευσης του καθημερινού περιβάλλοντός του γιατί με αυτόν τον τρόπο επωφελείται ο ίδιος άμεσα από την επιμέρους εκεχειρία του και ταυτόχρονα ασκείται στη μεγάλη ιδέα της. Έτσι ο άνθρωπος ζει και οραματίζεται την ειρήνη και γίνεται χρήσιμος για τον εαυτό του και για σύνολο γι’ αυτό «ἀντί πολέμου εἰρήνην ἑλώμεθα» όπως έλεγε ο Θουκυδίδης.

Βιβλιογραφία

Arnold, P., Οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Αθήνα 1896-Σεούλ 1988, Αθήνα 1988. Beck, C.
(ed.), Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, 776 π.Χ.-1896, Αθήναι 1896.
Herrmann, K., "Olympia. The Sanctuary and the Contests", in Mind and Body.
Athletic Contests in Ancient Greece, Ministry of Culture, The National Hellenic
Committee I.C.O.M., Athens 1989, 47-68.
Pleket, H.W., Sport and Ideology in the Graeco-Roman World, Klio 80 (1998), Fasc.
2, 315-324.
Renson, R., Laummer, M., Riordan J. et al. (eds.), The Olympic Games Through the
Ages: Greek Antiquity and its Impact on Modern Sport, Athens 1991.
Ryder, T.T.B., Koine Eirene. General peace and local independence in ancient
Greece, London 1965.
Swaddling, J., The Ancient Olympic Games2, London 1999.
Γιαλούρης, Ν. (επιμ.), Οι Ολυμπιακοί αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1982.
Μανιτάκης, Π., 100 χρόνια Νεοελληνικού Αθλητισμού, 1830-1930, Athens χ.χ.